γεράζω


γεράζω
γεράζω, ein Ehrengeschenk geben

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γεράζω — honour pres subj act 1st sg γεράζω honour pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεράζω — (I) γερνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < (αόρ.) εγέρασα τού γερνώ, κατά τα ρ. σε άζω]. (II) γεράζω (Α) [γέρας] απονέμω γέρας, τιμητικό βραβείο σε κάποιον …   Dictionary of Greek

  • γεράζω — βλ. γερνώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεράσω — γεράζω honour aor subj act 1st sg γεράζω honour fut ind act 1st sg γεράζω honour aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεράσῃ — γεράζω honour aor subj mid 2nd sg γεράζω honour aor subj act 3rd sg γεράζω honour fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγερασμένον — γεράζω honour perf part mp masc acc sg γεράζω honour perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερανίσκω — [γεράζω] γερνώ …   Dictionary of Greek

  • γεγέρακα — γεράζω honour perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγέρασαι — γεράζω honour perf ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγέρασμαι — γεράζω honour perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγέρασται — γεράζω honour perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.